ευπαραμύθητος

εὐπαραμύθητος, -ον (Α)
1. αυτός που εξιλεώνεται εύκολα («θεοὶ δ' εὐπαραμύθητοι εἰσὶ θύμασι καὶ εὐχαῑς», Πλάτ.)
2. αυτός που παρηγοριέται εύκολα
3. αυτός που αποδεικνύεται εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + παρα-μυθητός (< παρα-μυθούμαι «προτρέπω, παρηγορώ»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπαραμύθητος — easily appeased masc/fem nom sg εὐπαραμύ̱θητος , εὐπαραμύ̱θητος easily appeased masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαραμύθητον — εὐπαραμύθητος easily appeased masc/fem acc sg εὐπαραμύθητος easily appeased neut nom/voc/acc sg εὐπαραμύ̱θητον , εὐπαραμύ̱θητος easily appeased masc/fem acc sg εὐπαραμύ̱θητον , εὐπαραμύ̱θητος easily appeased neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαραμυθήτους — εὐπαραμύθητος easily appeased masc/fem acc pl εὐπαραμῡθήτους , εὐπαραμύ̱θητος easily appeased masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαραμύθητοι — εὐπαραμύθητος easily appeased masc/fem nom/voc pl εὐπαραμύ̱θητοι , εὐπαραμύ̱θητος easily appeased masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.